Μια φορά κι έναν καιρό, ένα τρένο ταξίδευε ντάλα μεσημέρι, μες’ στη κάψα του καλοκαιριού. Ήταν παλιό, σαραβαλιασμένο, βρώμικο κι άθλιο, ξέχειλο από επιβάτες, που δεν είχαν άλλη επιλογή. Όσοι είχαν τη δυνατότητα να ταξιδέψουν μ’ άλλο πιο σύγχρονο και καθαρό το’ χαν ήδη κάνει κι άλλοι, ακόμη πιο εύποροι, είχαν επιλέξει το αεροπλάνο.
Οι πιο ηλικιωμένοι επιβάτες (που βρίσκονταν λίγο πριν ή λίγο μετά τη σύνταξη) και κυρίως όσοι προέρχονταν από την επαρχία, κάθονταν στο παράθυρο και δροσίζονταν λίγο, κρατώντας ταυτόχρονα σφιχτά στο χέρι τους το πουγκί με το κομπόδεμα. Οι γυναίκες τους κάθονταν δίπλα τους, μια θέση πιο μέσα. Οι πιο νέοι κάθονταν ακόμη πιο μέσα κι όσοι από αυτούς ήταν άνεργοι, ακόμη πιο μέσα, πιο κοντά στις βρωμιές, και στη μπόχα του τρένου. Όσοι επιβάτες ήταν λίγο πιο μελαψοί, μαύροι, ανάπηροι, μόνες μητέρες, άστεγοι, ναρκομανείς, κάθονταν στο κέντρο ακριβώς πάνω στις κοπριές. Μαζί μ’ αυτούς ήταν και πολλά παιδιά, μιλιούνια, γενιές και γενιές, που ορισμένοι αναίσθητοι επιβάτες τα είχαν υποθηκεύσει στον ελεγκτή, για να εξασφαλίσουν μια θέση στο παράθυρο. Η ζέστη ήταν ανυπόφορη, εξαντλητική, θανατηφόρα …
Άλλες φορές οι κολασμένοι, επιχειρούσαν να μπουκάρουν στο πιλοτήριο για να ζητήσουν απ’ τον οδηγό ν’ αλλάξει πορεία, μήπως και σταματήσει το μαρτύριο. Μάταια όμως … γιατί τώρα οι «νοικοκυραίοι» μαζί με τα παλικάρια με τα χρυσά αυγά, υπερασπίζονταν με λύσσα την πόρτα του πιλοτήριου και κατηγορούσαν τους άλλους, ότι βάζουν σε κίνδυνο τη σταθερότητα της πορείας του τρένου, τη ζωή τους δηλαδή κι όλο έσφιγγαν στο χέρι το πουγκί τους.
Έτσι πορεύονταν το τρένο και για να ‘χει κι αυτό ένα όνομα, ας το ονομάσουμε Ελλάδα. Ταξίδευε λοιπόν κι οι «τυχεροί» που κάθονταν στα παράθυρα, ή κοντά σ’ αυτά, κρατιούνταν σφιχτά μην τους πάρει κανείς τη θέση. Μετά από κάθε επίθεση που απέκρουαν, ένιωθαν για λίγο πιο ασφαλείς και πιο σίγουροι, ότι αυτοί θα τη «σκαπουλάρουν» κι έδειχναν όλο και πιο μεγάλη αδιαφορία, αν όχι κι εχθρότητα για όσους βρίσκονταν μες στα «περιττώματα», τους άνεργους νέους, τους άστεγους, τους μελαψούς, τα ίδια τα παιδιά τους. Έτσι έφτασε το τρένο ως εδώ …
Όμως οι «βολεμένοι», μάλλον ζαλισμένοι από την αβεβαιότητα και το ΦΟΒΟ, ξέχασαν ότι το τρένο τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα, όχι γιατί είναι καινούριο, αλλά γιατί κινείται, καιρό τώρα, σε μια απότομη κατηφόρα. Ξέχασαν ακόμη πως τα φρένα του είναι χαλασμένα. Κι ότι ο μηχανοδηγός είναι τρελός κι επιπλέον σήμερα είναι και μεθυσμένος. Και το χειρότερο; ότι αμέσως πιο κάτω βρίσκεται ένας τρομερός, βιβλικός γκρεμός!
Τα όρνια που πετούν πάνω του, Ψόρο ας ονομάσουμε το ένα, προφητεύει πως το τρένο θα τσακιστεί στο γκρεμό σε τρία λεπτά και τ΄ άλλο, ας το πούμε Λαγκάρδα, βάζει στοίχημα ότι το «ατύχημα» θα συμβεί μόλις σε δύο κι όχι σε τρία λεπτά.
Συνεπιβάτες και συνεπιβάτισσες, όσοι επέλεξαν να κρατάνε με το ένα χέρι σφιχτά το παράθυρο και με τ’ άλλο το κομπόδεμα, μάλλον αυταπατώνται. Είναι ξεκάθαρο, πως όλοι μαζί θα ζήσουμε ή θα χαθούμε στον γκρεμό. Είναι ζήτημα ζωής και θανάτου, να πάρουμε τον έλεγχο από τον τρελό και μεθυσμένο μηχανοδηγό. Μόνο έτσι θα σωθούμε ΟΛΟΙ.
Κανείς λοιπόν δεν πρέπει να σταθεί εμπόδιο στην πόρτα του πιλοτήριου, αλλά να βοηθήσει να την σπάσουμε στην επόμενη έφοδο..., το επόμενο λεπτό …
Γιάννης Ηλίας - 19/06/2012
Υ.Γ. Ξέχασα να «βαφτίσω» το μηχανοδηγό. Δώστε του λοιπόν εσείς ένα όνομα.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου