Κυριακή, 11 Μαΐου 2014

Στα διάκενα του χρόνου ενός υποψηφίου

Του Ν. Ξυδάκη
Ο χρόνος ενός υποψηφίου βουλευτή είναι πυκνός, ασφυκτικός. Μια ολοκαίνουργια εμπειρία, σχεδόν σοκαριστική. Βγαίνεις από τον οικείο μικρόκοσμο, από την ασφάλεια του πλήρως ελεγχόμενου πεδίου, και ανοίγεσαι στον μεγάλο κόσμο, τον πραγματικό, ποικίλο, άγνωστο ή και ανοίκειο, αντινομικό, κι όμως θερμό, ελκυστικό, προκλητικό. Αντικρίζεις καταστάσεις που γνώριζες ή υποψιαζόσουν, αλλά και καταστάσεις πρωτόγνωρες, που σε αφήνουν αμήχανο έως ότου προσαρμοστείς. Πάντα εσύ προσαρμόζεσαι. Μαθαίνεις λοιπόν να κολυμπάς στην ανοιχτή θάλασσα, στο αρχιπέλαγος των ανθρώπων. Ωστόσο, μέσα στον πυκνό προεκλογικό χρόνο συχνά υπάρχουν διάκενα, κι ακόμη και τα μικρότερα κενά διαστέλλονται υπερφυσικά. Τότε ο υποψήφιος παύει να ιχνηλατεί το ανοιχτό πεδίο και να προσαρμόζεται· τότε ο υποψήφιος αιωρείται μέσα στα κενά και ωθείται ταυτοχρόνως να αναστοχάζεται τα συμβάντα και να ψαύει τα επερχόμενα. Σε αυτά τα υπερδιεσταλμένα διάκενα αποσπάσαι από την τρέχουσα πολιτική συζήτηση, τη λίγο-πολύ αναμενόμενη και στερεοτυπική· παύεις να απαγγέλλεις αυτάρεσκα το σμιλεμένο σου ποίημα. Ανοίγεσαι στο βάθος του ανθρώπινου πεδίου, στις ημιφωτισμένες περιοχές της δημόσιας σφαίρας.
Ενόσω προχωρείς ακόμη, ανακεφαλαιώνεις πρόχειρα αισθήματα και σκέψεις. Πρώτα το αίσθημα της μοναξιάς. Της ερημίας μες στο πλήθος. Η μοναξιά, ιδίως αυτή, σε βρίσκει πάντα στα διάκενα· έρχεται σαν βάρος, σαν σύννεφο, και σε τυλίγει, σε αποσπά από τη βοή. Κάποτε σε πλακώνει και σε λιώνει. Σε βρίσκει την ώρα που αποχαιρετάς και φεύγεις, αργά τη νύχτα, μετά τα φώτα ενός τηλεοπτικού πλατό, μετά την προσομοίωση δημόσιου χώρου που είναι τα μίντια. Σε βρίσκει μες στο λαμπρό πρωινό, μετά την επίσκεψη σε πολύβουους χώρους εργασίας· σε βρίσκει το απομεσήμερο, στη σύντομη ανάπαυλα. Τότε έρχεται ο δαίμων της μεσημβρίας.
Σε βρίσκει μέσα σ’ ένα ταξί, απ’ τα πολλά, εν σιωπή, κοιτώντας απ’ το τζάμι τον κόσμο, τους ανθρώπους, το πεδίο της συνάντησης και του αγώνα. Σαν ταινία με χαμηλωμένο ήχο: τόσο κοντά, τόσο μακριά. Τη σιωπή διακόπτουν μεταδόσεις από τον κόσμο έξω απ’ το τζάμι: από τη μοτορόλα, από το ραδιόφωνο, από το κινητό. Σπασμένοι διάλογοι, σιγαλές συνομιλίες με μεταμφιεσμένα τα αισθήματα, εύγλωττοι αναστεναγμοί. Θραύσματα ειδήσεων. Τραγούδια: ένα ηλεκτρoλαϊκό του ’60, με καζαντζιδικό λυγμό και farfisa BB, ένας μελαγχολικός ώς το μεδούλι Μπόουι αναδύεται από τα βάθη του ’70, ένας χιονάνθρωπος λιώνει μες στη θέρμη του Μητροπάνου και αυτό ακούγεται σαν αλληγορία – όλα ακούγονται σαν αλληγορίες τέτοιες στιγμές διάκενες. Τις στιγμές της μοναξιάς όλα, ήχοι, εικόνες, μυρωδιές είναι σημάδια, οιωνοί, αλληγορίες.

Κι ύστερα ανοίγεσαι πάλι στον κόσμο, στη ζείδωρη ιλύ των ανθρώπων. Η πολυτιμότερη εμπειρία, η ανεξαγόραστη, είναι όταν η καλοσύνη των ξένων μεταμορφώνεται σε ζεστασιά των προσώπων. Οταν σου ανοίγουν οι άνθρωποι τα σπίτια τους, σπίτια σαν το δικό σου, άνθρωποι σαν κι εσένα, που τους έκρυβαν μεσοτοιχίες και συμβάσεις. Την αμηχανία διασκεδάζει ο λόγος, η συζήτηση, ένα κέρασμα, ένα ποτήρι κρασί. Αγωνίες, ερωτήματα, αμφιβολίες, δυσκολίες – αυτά είναι τα γόνιμα, τα ερεθιστικά. Και η άδολη συμπαράσταση, ο ανιδιοτελής καλός λόγος από ανθρώπους που συναντάς για πρώτη φορά, στο σπίτι, στη δουλειά ή στην ανοιχτή συγκέντρωση, και όμως νιώθεις σαν να τους ήξερες από παλιά. Συμβαίνει συχνά. Πας για να μιλήσεις, και μιλάς πράγματι, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι ακούς, ακόμη κι αν μιλάς, ότι μαθαίνεις, ακόμη κι αν εσύ απαντάς.

Και ιδού, οι φίλοι. Παλαιοί και νέοι, κοντινοί και μακρινοί, φανερωμένοι μόνοι τους από το πουθενά. Η ανυστερόβουλη, ειλικρινής, διαρκής και ποικιλόμορφη προσφορά τους καταρχάς σε καταπλήσσει, εν συνεχεία σε συγκλονίζει, νιώθεις βαριά την ευθύνη του δοσίματος, σταδιακά ελαφρώνεις και δέχεσαι τα δώρα τους απλά, αφελώς, ταπεινά. Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. Φυσικά· ότι αυτή θα ’πρεπε να είναι η τάξη του κόσμου. Δέχεσαι να σε συνοδεύσουν, να οδηγήσουν, να σε συμβουλέψουν, να κάνουν επαφές, να σου διαθέσουν τις γνωριμίες και τα δίκτυά τους, δέχεσαι το πλησίασμα και το άγγιγμα, τη δημιουργία συλλογικού χώρου, τη δημιουργία συμβολικού κεφαλαίου. Προσωρινές ζώνες αυτόνομου βίου, που εύχεσαι να κρατήσουν και στον μακρύτερο χρόνο.

Αφήνεσαι στις αγκαλιές και στα χάδια, στις πολύτιμες καθοδηγήσεις τους, στα ανεκτίμητα δώρα της τέχνης τους, στο dare e avere μιας οικονομίας του δώρου που σιγοκαίει ζωοποιός κάτω από τις κρούστες του κυνισμού και της μονοχνωτιάς.

Αισθήματα λοιπόν; Ψυχανεμίσματα; Αγγίγματα; Μεσημβρίες και βοές; Αυτά έχεις να μας πεις από τον προεκλογικό βίο; Ναι. Αυτά βαραίνουν, αυτά μένουν κι αυτά παράγουν. Απ’ αυτά συνάγεται η πολιτική, τα συμπεράσματα, οι συνθέσεις, οι συναντήσεις, οι οικονομήσεις του παρόντος και οι προεικονίσεις του μέλλοντος. Αυτά. «Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Κι άλλοι άλλα σ’ άλλες».

left.gr
Ο χρόνος ενός υποψηφίου βουλευτή είναι πυκνός, ασφυκτικός. Μια ολοκαίνουργια εμπειρία, σχεδόν σοκαριστική. Βγαίνεις από τον οικείο μικρόκοσμο, από την ασφάλεια του πλήρως ελεγχόμενου πεδίου, και ανοίγεσαι στον κόσμο, τον πραγματικό, ποικίλο, άγνωστο ή και ανοίκειο, αντινομικό, κι όμως θερμό, ελκυστικό, προκλητικό. Αντικρίζεις καταστάσεις που γνώριζες ή υποψιαζόσουν, αλλά και καταστάσεις πρωτόγνωρες, που σε αφήνουν αμήχανο έως ότου προσαρμοστείς. Πάντα εσύ προσαρμόζεσαι.

Μαθαίνεις λοιπόν να κολυμπάς στην ανοιχτή θάλασσα, στο αρχιπέλαγος των ανθρώπων.

Ωστόσο, μέσα στον πυκνό προεκλογικό χρόνο συχνά υπάρχουν διάκενα, κι ακόμη και τα μικρότερα κενά διαστέλλονται υπερφυσικά. Τότε ο υποψήφιος παύει να ιχνηλατεί το ανοιχτό πεδίο και να προσαρμόζεται· τότε ο υποψήφιος αιωρείται μέσα στα κενά και ωθείται ταυτοχρόνως να αναστοχάζεται τα συμβάντα και να ψαύει τα επερχόμενα. Σε αυτά τα υπερδιεσταλμένα διάκενα αποσπάσαι από την τρέχουσα πολιτική συζήτηση, τη λίγο-πολύ αναμενόμενη και στερεοτυπική· παύεις να απαγγέλεις αυτάρεσκα το σμιλεμένο σου ποίημα. Ανοίγεσαι στο βάθος του ανθρώπινου πεδίου, στις ημιφωτισμένες περιοχές της δημόσιας σφαίρας.

Ενόσω προχωρείς ακόμη, ανακεφαλαιώνεις πρόχειρα αισθήματα και σκέψεις. Πρώτα το αίσθημα της μοναξιάς. Της ερημίας μες στο πλήθος. Η μοναξιά, ιδίως αυτή, σε βρίσκει πάντα στα διάκενα· έρχεται σαν βάρος, σαν σύννεφο, και σε τυλίγει, σε αποσπά από τη βοή. Κάποτε σε πλακώνει και σε λιώνει. Σε βρίσκει την ώρα που αποχαιρετάς και φεύγεις, αργά τη νύχτα, μετά τα φώτα ενός τηλεοπτικού πλατώ, μετά την προσομοίωση δημόσιου χώρου που είναι τα μήντια. Σε βρίσκει μες στο λαμπρό πρωινό, μετά την επίσκεψη σε πολύβουους χώρους εργασίας· σε βρίσκει το απομεσήμερο, στη σύντομη ανάπαυλα. Τότε έρχεται ο δαίμων της μεσημβρίας.

Σε βρίσκει μέσα σ’ ένα ταξί, απ’ τα πολλά, εν σιωπή, κοιτώντας απ’ το τζάμι τον κόσμο, τους ανθρώπους, το πεδίο της συνάντησης και του αγώνα. Σαν ταινία με χαμηλωμένο ήχο: τόσο κοντά, τόσο μακριά. Τη σιωπή διακόπτουν μεταδόσεις από τον κόσμο έξω απ’ το τζάμι: από τη μοτορόλα, από το ραδιόφωνο, από το κινητό. Σπασμένοι διάλογοι, σιγαλές συνομιλίες με μεταμφιεσμένα τα αισθήματα, εύγλωττοι αναστεναγμοί. Θραύσματα ειδήσεων. Τραγούδια: ένα ηλεκτρoλαϊκό του ‘60, με καζαντζιδικό λυγμό και farfisa BB, ένας μελαγχολικός ώς το μεδούλι Μπόουι αναδύεται από τα βάθη του ‘70, ένας χιονάνθρωπος λιώνει μες στη θέρμη του Μητροπάνου κι αυτό ακούγεται σαν αλληγορία ― όλα ακούγονται σαν αλληγορίες τέτοιες στιγμές διάκενες. Τις στιγμές της μοναξιάς όλα, ήχοι, εικόνες, μυρωδιές είναι σημάδια, οιωνοί, αλληγορίες.

Κι ύστερα ανοίγεσαι πάλι στον κόσμο, στη ζείδωρη ιλύ των ανθρώπων. Η πολυτιμότερη εμπειρία, η ανεξαγόραστη, είναι όταν η καλοσύνη των ξένων μεταμορφώνεται σε ζεστασιά των προσώπων. Οταν σου ανοίγουν οι άνθρωποι τα σπίτια τους, σπίτια σαν το δικό σου, άνθρωποι σαν κι εσένα, που τους έκρυβαν μεσοτοιχίες και συμβάσεις. Την αμηχανία διασκεδάζει ο λόγος, η συζήτηση, ένα κέρασμα, ένα ποτήρι κρασί. Αγωνίες, ερωτήματα, αμφιβολίες, δυσκολίες ― αυτά είναι τα γόνιμα, τα ερεθιστικά. Και η άδολη συμπαράσταση, ο ανιδιοτελής καλός λόγος από ανθρώπους που συναντάς για πρώτη φορά, στο σπίτι, στη δουλιεά ή στην ανοιχτή συγκέντρωση, κι όμως νιώθεις σαν τα τους ήξερες από παλιά. Συμβαίνει συχνά. Πας για να μιλήσεις, και μιλάς πράγματι, αλλά το σημαντικότερο είναι ότι ακούς, ακόμη κι αν μιλάς, ότι μαθαίνεις, ακόμη κι αν εσύ απαντάς.

Και ιδού, οι φίλοι. Παλαιοί και νέοι, κοντινοί και μακρινοί, φανερωμένοι μόνοι τους από το πουθενά. Η ανυστερόβουλη, ειλικρινής, διαρκής και ποικιλόμορφη προσφορά τους καταρχάς σε καταπλήσσει, εν συνεχεία σε συγκλονίζει, νιώθεις βαριά την ευθύνη του δοσίματος, σταδιακά ελαφρώνεις και δέχεσαι τα δώρα τους απλά, αφελώς, ταπεινά. Ως στρουθίον μονάζον επί δώματος. Φυσικά· ότι αυτή θα ‘πρεπε να είναι η τάξη του κόσμου. Δέχεσαι να σε συνοδεύσουν, να οδηγήσουν, να σε συμβουλέψουν, να κάνουν επαφές, να σου διαθέσουν τις γνωριμίες και τα δίκτυά τους, δέχεσαι το πλησίασμα και το άγγιγμα, τη δημιουργία συλλογικού χώρου, την δημιουργία συμβολικού κεφαλαίου. Προσωρινές ζώνες αυτόνομου βίου, που εύχεσαι να κρατήσουν και στον μακρύτερο χρόνο.

Αφήνεσαι στις αγκαλιές και τα χάδια, στις πολύτιμες καθοδηγήσεις τους, στα ανεκτίμητα δώρα της τέχνης τους, στο dare e avere μιας οικονομίας του δώρου που σιγοκαίει ζωοποιός κάτω από τις κρούστες του κυνισμού και της μονοχνωτιάς.

Αισθήματα λοιπόν; Ψυχανεμίσματα; Αγγίγματα; Μεσημβρίες και βοές; Αυτά έχεις να μας πεις από τον προεκλογικό βίο; Ναι. Αυτά βαραίνουν, αυτά μένουν κι αυτά παράγουν. Απ’ αυτά συνάγεται η πολιτική, τα συμπεράσματα, οι συνθέσεις, οι συναντήσεις, οι οικονομήσεις του παρόντος και οι προεικονίσεις του μέλλοντος. Αυτά. «Αυτά στη γλώσσα τη δική μου. Κι άλλοι άλλα σ’ άλλες.»
- See more at: http://left.gr/news/sta-diakena-toy-hronoy-anthropoi-filoi?utm_source=feedburner&utm_medium=feed&utm_campaign=Feed%3A+leftgr+%28left.gr%29#sthash.mz0wvadD.dpuf

Δεν υπάρχουν σχόλια: