Της Μαρίας Μπαλάφα
«Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις, κάτω απ' τη μάσκα που φοράς». Φαίνομαι, άρα υπάρχω. Βλέπουμε αντικείμενα, που δεν υπάρχουν, ότι βρίσκονται πολύ κοντά μας. Τα στρώματα της ατμόσφαιρας, που βρίσκονται κοντά στο θερμό έδαφος, ζεσταίνονται και λιώνουν σαν ζελατίνη περιτυλίγματος, ο δείκτης διάθλασης αλλάζει. Και οι κόρες των ματιών μας ομοίως γίνονται ένας παράξενος μεγεθυντικός φακός. Μας στριφογυρίζει η ακτίνα, που ξεκινάει από το αντικείμενό μας, το οποίο στην πραγματικότητα βρίσκεται πολύ μακριά μας. Αλλάζει διαρκώς διεύθυνση (πότε πίσω μας και πότε αριστερά μας). Όταν φτάσει στα μάτια μας, πια κατάκοπο, έχει έλθει από αλλού και ο ήχος του παραμένει ασυγχρόνιστος. Βουτάμε στο μπλε χρώμα της εντύπωσης μια λίμνης για να ξεδιψάσουμε. Ακολουθούμε μια διαδρομή σαν καραβάνια στην έρημο (αφήνοντας πίσω κουφάρια). Ό,τι έχουμε δικό μας χωράει σ’ ένα σακίδιο και μέσα μας.
Mirare, που σημαίνει «φανερώσου, εμφανίσου». Θαύμα ή καθρέφτης; Εικόνες θλίψης για την παροδικότητα, το πεπερασμένο, που γεμίζει το μαγικό κενό με ονειρικά οράματα. «Ολοένα και περισσότερο έχανε ο ταξιδιώτης τη γραμμή που χώριζε τον εξωτερικό από τον εσωτερικό του κόσμο, το σύνορο ανάμεσα σ’ αυτά που έβλεπε στ’ αλήθεια μπροστά στα μάτια του και σ’ εκείνα που πρόσθετε ο ίδιος με τη φαντασία του. Στο τέλος δεν μπορούσε πια να κάνει καμιά διάκριση: το μυαλό του του φαινόταν σαν τμήμα του εξωτερικού περιβάλλοντος και τα αντικείμενα σαν πλάσματα της φαντασίας του», γράφει ο Μίκαελ Έντε στο «Καθρέφτης μες στον καθρέφτη». Διάθλαση και διαστολή, λοιπόν, παρά αντανάκλαση. Σε σαχάριες και πολικές θερμοκρασίες (το ίδιο είναι). Αρκεί η μετάβαση από την κατάψυξη στον φούρνο να γίνει ομαλά, σε θερμοκρασία δωματίου, μη σπάσουν τα κομμάτια κι αλλοιωθεί η γεύση μας. Έχουμε μείνει για καιρό αεροστεγώς ανοιχτοί και προσπαθούμε να επέμβουμε διορθωτικά στο μέλλον (μα και στο παρελθόν) με κακής ποιότητας γομολάστιχες.
«Φανέρωσέ μου τη μάσκα που κρύβεις, κάτω απ' τη μάσκα που φοράς». Φαίνομαι, άρα υπάρχω. Βλέπουμε αντικείμενα, που δεν υπάρχουν, ότι βρίσκονται πολύ κοντά μας. Τα στρώματα της ατμόσφαιρας, που βρίσκονται κοντά στο θερμό έδαφος, ζεσταίνονται και λιώνουν σαν ζελατίνη περιτυλίγματος, ο δείκτης διάθλασης αλλάζει. Και οι κόρες των ματιών μας ομοίως γίνονται ένας παράξενος μεγεθυντικός φακός. Μας στριφογυρίζει η ακτίνα, που ξεκινάει από το αντικείμενό μας, το οποίο στην πραγματικότητα βρίσκεται πολύ μακριά μας. Αλλάζει διαρκώς διεύθυνση (πότε πίσω μας και πότε αριστερά μας). Όταν φτάσει στα μάτια μας, πια κατάκοπο, έχει έλθει από αλλού και ο ήχος του παραμένει ασυγχρόνιστος. Βουτάμε στο μπλε χρώμα της εντύπωσης μια λίμνης για να ξεδιψάσουμε. Ακολουθούμε μια διαδρομή σαν καραβάνια στην έρημο (αφήνοντας πίσω κουφάρια). Ό,τι έχουμε δικό μας χωράει σ’ ένα σακίδιο και μέσα μας.
Mirare, που σημαίνει «φανερώσου, εμφανίσου». Θαύμα ή καθρέφτης; Εικόνες θλίψης για την παροδικότητα, το πεπερασμένο, που γεμίζει το μαγικό κενό με ονειρικά οράματα. «Ολοένα και περισσότερο έχανε ο ταξιδιώτης τη γραμμή που χώριζε τον εξωτερικό από τον εσωτερικό του κόσμο, το σύνορο ανάμεσα σ’ αυτά που έβλεπε στ’ αλήθεια μπροστά στα μάτια του και σ’ εκείνα που πρόσθετε ο ίδιος με τη φαντασία του. Στο τέλος δεν μπορούσε πια να κάνει καμιά διάκριση: το μυαλό του του φαινόταν σαν τμήμα του εξωτερικού περιβάλλοντος και τα αντικείμενα σαν πλάσματα της φαντασίας του», γράφει ο Μίκαελ Έντε στο «Καθρέφτης μες στον καθρέφτη». Διάθλαση και διαστολή, λοιπόν, παρά αντανάκλαση. Σε σαχάριες και πολικές θερμοκρασίες (το ίδιο είναι). Αρκεί η μετάβαση από την κατάψυξη στον φούρνο να γίνει ομαλά, σε θερμοκρασία δωματίου, μη σπάσουν τα κομμάτια κι αλλοιωθεί η γεύση μας. Έχουμε μείνει για καιρό αεροστεγώς ανοιχτοί και προσπαθούμε να επέμβουμε διορθωτικά στο μέλλον (μα και στο παρελθόν) με κακής ποιότητας γομολάστιχες.
