Θυσία
στο βωμό της ιδιωτικής κερδοφορίας γίνεται η Αγροτική Τράπεζα, μετά
την εσπευσμένη μεν, παρότι αναμενόμενη, ανακοίνωση διαχωρισμού της σε
«καλή» και «κακή» τράπεζα (με την πρώτη να συγκεντρώνει τα κερδοφόρα
στοιχεία και η δεύτερη τα ζημιογόνα) και την πώληση του πρώτου
κομματιού στην Τράπεζα Πειραιώς, την προηγούμενη Παρασκευή 27 Ιουλίου.
Η πώληση της ΑΤΕ φέρει φαρδιά πλατιά την υπογραφή του Μνημονίου και
της τρόικας, καθώς η ιδιωτικοποίηση της αποτελούσε σαφέστατο όρο του
Μνημονίου κι ας υπόσχονταν προεκλογικά και τα τρία κόμματα της
σημερινής κυβέρνησης ότι θα εξασφαλίσουν την επιβίωση της.
Πρόκειται
για μια απόφαση που ενισχύει τις ολιγοπωλιακές τάσεις στην τραπεζική
αγορά (εδώ δεν ισχύει η φιλολογία περί ανοίγματος των «κλειστών
επαγγελμάτων») καθώς σε συνάρτηση και με άλλες παράλληλες εξελίξεις,
οδηγεί στην κυριαρχία 2-3 τραπεζικών ομίλων στην εγχώρια αγορά και το
σημαντικότερο, θωρακίζει κι ευνοεί με προκλητικό τρόπο τα ιδιωτικά
συμφέροντα στον κλάδο, σε βάρος των δημοσίων. Όχι μάλιστα μόνο των εν
δυνάμει δημοσίων συμφερόντων, όπως για παράδειγμα η προοπτική
δημιουργίας ενός ισχυρού δημόσιου πυλώνα που θα μπορούσε να προκύψει
από την συγχώνευση της Αγροτικής, του Ταχυδρομικού Ταμιευτηρίου και της
Εθνικής Τράπεζας (ενδεχόμενο που αποσύρεται οριστικά πλέον από το
τραπέζι) αλλά και των ενεργών, τρεχόντων δημόσιων συμφερόντων.
