Γεννήθηκε το 1920
στη Μάκρη της Σμύρνης. Ήλθε στην Ελλάδα εκείνο το Μαύρο Σεπτέμβρη του 1922,
μικρός κόκκος μιας άμμου κινούμενης απ’ τους ανέμους και τις θύελλες που
έσπειραν οι ισχυροί της εποχής και τα μικρά ή μεγάλα συμφέροντά τους. Ξαναείδε
τον πατέρα της το 1925, μετά την τριετή αιχμαλωσία του από τους Τούρκους.
Διέτρεξε όλο σχεδόν
τον 20ο αιώνα, δίνοντας έναν αγώνα με απίστευτες δυσκολίες, και
συμπυκνώνοντας όλα τα βάσανα και τους κατατρεγμούς, όχι μόνο του προσφυγικού
στοιχείου αλλά και των άλλων Ελληνίδων σ’ αυτό το χρονικό διάστημα.
Στα 15 της έπιασε δουλειά σε εργοστάσιο
λιπασμάτων στη Δραπετσώνα. Στα 19 της ως υπηρέτρια μιας πλούσιας οικογένειας
στη Σόλωνος. Από εκεί έφυγε στα 20 της για να παντρευτεί με προξενιό έναν
συμπατριώτη της Σμυρνιό και να εγκατασταθεί σ’ ένα μικρό χωριό της επαρχίας
Θήβας. Ο πρώτος της γιός γεννήθηκε το 1940, ενώ ο άντρας της πολεμούσε τους
φασίστες του Μουσολίνι στα βουνά της Αλβανίας.
Έκανε συνολικά 5
παιδιά και δούλεψε σα σκυλί στα καπνά και στις άλλες αγροτικές εργασίες για να τα αναστήσει, 20 ώρες το 24ωρο,
συμπληρώνοντας δυο περίπου 35ετίες σκληρής δουλειάς.
Σ’ αυτή τη γυναίκα,
σύμβολο κάθε Ελληνίδας μάνας και ενός ηρωισμού της καθημερινής ζωής, η πολιτεία
έδινε την «παχυλή» κατώτερη σύνταξη ΟΓΑ των 345 ευρώ το μήνα.
Όμως η «σωτηρία της πατρίδας» και για να
μην πληγούν τα «αναξιοπαθούντα» λαμόγια, κοράκια και κάθε λογής τρωκτικά της
εξουσίας και του χρήματος, επιβάλλει το κλάδεμα των συντάξεων του ΟΓΑ (τι είναι
ρε τομάρια οι συντάξεις του ΟΓΑ αμπέλια ή ελιές για κλάδεμα;) με περικοπή των
δώρων και ίσως και 30 ευρώ το μήνα. Δηλαδή το 25% περίπου του συνόλου.
Υπό το φόβο ότι θα
αποκαλυφθεί η παρουσία της στη λίστα Λαγκάρντ, που κρατούσαν μήνες στα χέρια
τους οι κατά καιρούς λίσταρχοι, η κυρά Παναγιώτα δεν αντέδρασε. «Λες», είπε
μέσα της, «να ανακαλύψουν τις αφορολόγητες καταθέσεις μου στην Ελβετία;» Ήταν
ευχαριστημένη γιατί, μπορεί να την ξέχασε ο χάρος , αλλά τη θυμήθηκαν οι τρεις χάριτες που μας κυβερνούν. Με ποιο δικαίωμα ζεις
ακόμα; Θα χτυπήσουμε ανελέητα το ρουσφέτι. Θα δεις τι έχει να πάθει ο χάρος που
σου κάνει αυτή τη χάρη.
Και εκείνη με
εξοργιστική ηρεμία, χωρίς θυμό, αλλά με μια λαϊκή σοφία που σπάει κόκαλα: «Μην
τα σκαλίζεις τζιέρι μου. Έτσι έκαμαν πάντα αυτοί εκεί πάνω. Μόνο για τα δικά
τους χαΐρια νοιάζονται. Να ‘χουμε ησυχία παιδάκι μου μόνο αυτό»
Τι λες ρε μάνα, ποια ησυχία; Την ησυχία του νεκροταφείου που μας
επιφυλάσσουν οι βρικόλακες που έσπευσαν να ρουφήξουν και το λιγοστό αίμα που
απέμεινε στο ρικνό σου κορμί;
Δεν θα τους κάνουμε αυτή τη χάρη. Το χρωστάμε
στη γενιά σας, στον εαυτό μας, στα εγγόνια και τα δισέγγονά σας.
Για την κυρά Παναγιώτα,
την αληθινή Ελληνίδα μάνα, γιαγιά, προγιαγιά.
ΔΗΜΗΤΡΗΣ
ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου